Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Αη Συμιώτης (Όταν οι αντάμωσες φτάνουν στο τέρμα)





Γελάει, λαμποκοπά σαν καλημέρα,
πέρασε ώρες ατέλειωτες προσμονής,
Σάββατο βράδυ, έφτασε, η πρώτη μέρα,
η ζυγιά θα περιμένει από νωρίς.

Με μία αίσθηση τρελή, δεν είν' αντάμωση απλή,
είναι ένα ιπτάμενο χαλί της φαντασίας
και πάνω του όλοι μαζί ταξιδευτές ονειρικοί,
σ' ένα αξέχαστο ταξίδι ελευθερίας.

Το πρωϊνό της Κυριακής όρθιος ξαγρυπνάει,
στο παραθύρι ξαφνικά γυρνάει ενστιχτωδώς,
κάπου κοντά, είναι σίγουρος, νταούλι αντηχάει,
στις γειτονιές ο ύπνος είναι πλέον περιττός.

Πόρτα με πόρτα, αργά - αργά, μαζεύεται η παρέα, 
βίου κοινού η λογική που χρόνια μένει αυθεντική,
είναι υπέροχη η στιγμή, ίσως η πιο ωραία,
στου κάθε φίλου όταν μπει το σπίτι κι ευχηθεί.

Κι όταν ο ήλιος δύει πυρωμένος
σε μια λίμνη απαλή, των πόθων, των καημών,
μες απ' το πλήθος στιβαρός περνάει μα μαγεμένος,
το θυμικό γυρνάει στο παρελθόν.

Η πεθυμιά του ήταν κι είναι
καβαλάρης μ' άρματα, κάποτε να πάει, ασημιά,
του Τάκη Πλούμα, η μορφή, η θρυλική, η οπτασία,
που φέγγει πάντα κι οδηγά, του συνεπαίρνει τη καρδιά.

Χορεύει, τραγουδάει, πίνει,
έκσταση στο "καμίνι",
Λάλος ζουρνάδων, όργια νταουλιών,
ποδοβολή αλόγων, ανάσες γαρδενιών.

Καθώς η νύχτα σώνεται, φτιαγμένο,
στο μοναστήρι εκεί ψηλά, τον βρίσκει να γελά,
το γλέντι ολόλαμπρο στο δάσος απλωμένο,
φτώχεια και πίκρες κι όλα αυτά, απλά τα λησμονά.

Κι έρχεται η αυγή κι αυτό λαλεί, πουλί ' ναι, αηδονάκι,
κει που' χει γείρει, τον ξυπνά, σε πλάτανου μεριά,
αθόρυβα και ταπεινά κινάει για ένα κεράκι,
σ' αυτούς όλους που κάηκαν στου κόσμου τη φωτιά.

Γέρμα Δευτέρας, γυρισμός, φαίνεται σαλεμένος,
μπρος τη ζυγιά χορεύοντας, με διπλονταουλιές,
κάτω απ' τη Πύλη τραγουδά, είναι αλλοπαρμένος
καθώς στα στήθια φούντωσαν μυστήριες πυρκαγιές.

Σα μια χρυσή φεγγοβολή που σπάει το σκοτάδι,
είναι η αίσθηση η γλυκιά, που 'ρχεται ξαφνικά,
κάποιου απόκρυφου καημού, που χάθηκε, μ' ακόμα
ανοιχτά διατηρεί του ονείρου τα πανιά.

Μες το χορό ρίχνεται και στο τραγούδι,
κάθε φορά λες κι είναι η πρώτη του φορά,
μ' ένα ακούραστο ζουρνά, σαν ξωτικό καλούδι,
γλυκολαλώντας, να μεθά, να φέρνει παραφορά.

Την Τρίτη η Κλείσοβα ανασαίνει,
οι ξεχασμένες μουσικές ακούγονται ξανά,
με τις γαΐτες σχίζοντας το κύμα,
κόντρα στο χρόνο που περνά κι αδιάφορα σφυρά.

Δάκρυα και φιλιά σκορπίζει,
ο Αη Συμιός ανθίζει,
μ' αισθήσεις στα όρια κορμιών και λογισμών,
με ζόρια στη σκέψη των απροσδόκητων χαμών.

Και την Τετάρτη το πρωί να τρέχει αλαφιασμένος,
μα δεν τον νοιάζει που 'μεινε, τώρα πια, μοναχός,
της Ανατολής τα χρώματα να δει, εξαϋλωμένος,
το δρόμο, τη λιμνοθάλασσα, το φως.

Είναι το τέλος κι έρχεται σαν ψέμα,
απίστευτο, που ξάφνου όμως βγαίνει αληθινό,
όταν οι αντάμωσες φτάνουν στο τέρμα
κι η νοσταλγία τρυφερά αγγίζει το μυαλό.

Τ.Α.
(Με βάση τον Καλοκαιρινό του 1999)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου