Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Η εξελικτική πορεία προς τον άνθρωπο κυνηγό


Πριν από 279.000 χρόνια, μια ομάδα κυνηγών στην κεντρική Αιθιοπία θρυμματίζει προσεκτικά ένα μαυροπράσινο ηφαιστειακό πέτρωμα σα γυαλί, σχηματίζοντας μικρές μυτερές και κοφτερές αιχμές. Μετά τις προσαρμόζει σε ένα μακρύ και σχετικά ίσιο ξύλο, δημιουργώντας ένα είδος ακοντίου. Με τα σημερινά δεδομένα δε φαίνεται σπουδαίο, όμως για εκείνη την εποχή πρόκειται για επαναστατική τεχνολογία. Χρησιμοποιώντας τη οι πρόγονοι του ανθρώπου είχαν στη διάθεσή τους ένα όπλο που τους επέτρεπε να σκοτώσουν τα θηράματά τους πιο αποτελεσματικά από μακριά, σε σχέση με ένα απλό ξύλινο ακόντιο. Αυτή η τεχνολογική εξέλιξη όχι μόνο τους έδινε τη δυνατότητα να κυνηγήσουν περισσότερα είδη ζώων, αλλά αύξαινε και την πιθανότητα να βγουν αρτιμελείς και άθικτοι από το κυνήγι, παρεμβάλλοντας ασφαλή απόσταση ανάμεσα σε αυτούς και τα μεγάλα επικίνδυνα θηράματα.
Το ακόντιο με πέτρινη αιχμή είναι το κορυφαίο επίτευγμα των προγόνων του ανθρώπου που ζούσαν εκείνη την εποχή. Ισως πιο εντυπωσιακό από τα πλεονεκτήματα που τους έδινε στο κυνήγι, είναι το γεγονός ότι η σύλληψη, η κατασκευή και η χρήση αυτής της απλής «συσκευής» έγινε δυνατή μέσα από τη σταδιακή απόκτηση, στη διάρκεια δεκάδων χιλιάδων γενεών, των χαρακτηριστικών που βοήθησαν τους προγόνους μας να αναζητήσουν κρέας ως τροφή.


Δεν του φαίνεται...

Στη σημερινή εποχή των σούπερ μάρκετ και των φαστ φουντ είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι οι άνθρωποι είμαστε γεννημένοι κυνηγοί. Δε μας φαίνεται. Είμαστε αργοί, αδύναμοι και δε διαθέτουμε τα θανατηφόρα δόντια και νύχια που χρησιμοποιούν άλλα σαρκοφάγα για να πιάσουν και να κομματιάσουν την τροφή τους. Συγκρινόμενος με ζώα από τον κροκόδειλο έως τον γατόπαρδο, ο άνθρωπος είναι μακράν ο χειρότερα εξοπλισμένος από αυτήν την άποψη. Ωστόσο, είμαστε οι πιο δεινοί θηρευτές στη Γη, διάκριση που αποκτήσαμε πολύ πριν εφεύρουμε τα αυτοκίνητα που μας μεταφέρουν ως τα θηράματα και τα πυροβόλα όπλα με τα οποία τα σκοτώνουμε.
Στο πέρασμα εκατομμυρίων ετών, η βιολογική εξέλιξη οδήγησε από τους κυρίως χορτοφάγους προγόνους μας (όντα όπως η Λούσι, ο διάσημος Αυστραλοπίθηκος Αφαρένσις) σε ένα εξαιρετικά θανατηφόρο πρωτεύον θηλαστικό. Πολλά από τα χαρακτηριστικά που μας διακρίνουν από τους κοντινότερους συγγενείς μας, τους μεγάλους πιθήκους - από τη δυνατότητα να τρέχουμε μεγάλες αποστάσεις μέχρι τον υπερμεγέθη εγκέφαλό μας - μπορεί να προέκυψαν ως ένα βαθμό, ως προσαρμογές για το κυνήγι. Πρόσφατες ανακαλύψεις φώτισαν μερικές ασαφείς πλευρές αυτής της διαδικασίας μεταμόρφωσης, τεκμηριώνοντας μεταξύ άλλων την έναρξη χρήσης της ρίψης αντικειμένων και την έναρξη κυνηγιού μεγάλων θηραμάτων.

Δύο εξελικτικές λύσεις

Για να καταλάβουμε πόσο κρίσιμο ρόλο έπαιξε το κυνήγι στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, πρέπει να πάμε πίσω περίπου 3 εκατομμύρια χρόνια, στην εποχή που πλησίαζαν ένα εξελικτικό σταυροδρόμι οι πρώιμοι ανθρωπίδες (όντα που συγγενεύουν περισσότερο με τον άνθρωπο παρά με τους κοντινότερους εν ζωή συγγενείς του είδους μας, τους χιμπατζήδες και τους μπονόμπος). Το κλίμα άλλαζε και τα δάση στην Αφρική, όπου οι μακρινοί πρόγονοί μας έψαχναν για φρούτα και φύλλα, έδιναν τη θέση τους σε ανοιχτά λιβάδια, κάνοντας αυτές τις τροφές πιο δυσεύρετες. Οι ανθρωπίδες έπρεπε είτε να προσαρμοστούν, είτε να εξαφανιστούν. Μερικοί, όπως οι αυστραλοπίθηκοι, αντιμετώπισαν την περιβαλλοντική αλλαγή αναπτύσσοντας σταδιακά μεγάλα σαγόνια και δόντια που μπορούσαν να κομματιάσουν χόρτα και άλλες σκληρές φυτικές τροφές. Ο κλάδος που περιλαμβάνει το ανθρώπινο γένος, το γένος Homo (Χόμο), έδωσε ριζικά διαφορετική λύση στο πρόβλημα, επεκτείνοντας τη διατροφή του, ώστε να συμπεριλάβει αυξανόμενες ποσότητες ζωικών πρωτεϊνών και λίπους. Και οι δύο προσεγγίσεις είχαν αποτέλεσμα για πολύ καιρό. Αλλά τελικά, περίπου 1 εκατομμύριο χρόνια πριν από σήμερα, οι αυστραλοπίθηκοι εξαφανίστηκαν.
Οι επιστήμονες ίσως δεν μάθουν ποτέ αν η εξαφάνιση των αυστραλοπιθήκων έγινε επειδή είχαν εξειδικεύσει τη διατροφή τους σε πολύ λίγα τρόφιμα και δεν άντεξαν σε κάποια περιβαλλοντική αλλαγή, ή αν ήταν ο ανταγωνισμός με το γένος Homo που τους εξόντωσε. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι η τακτική του ανθρώπινου γένους όχι μόνο ήταν πιο επιτυχής, αλλά το οδήγησε τελικά και στην κυριαρχία σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Δρομέας μεγάλων αποστάσεων

Πάμπολλες αλλαγές στην ανατομία των ανθρωπιδών συνδυάστηκαν, ώστε να τους κάνουν ισχυρούς αντιπάλους μέσα στην αφρικανική σαβάνα, όπου τα σπαθόδοντα αιλουροειδή και άλλα ογκώδη σαρκοφάγα κυριαρχούσαν ανεμπόδιστα για καιρό. Μια σημαντική ομάδα νέων χαρακτηριστικών εξισορρόπησε την έλλειψη μεγάλης ταχύτητας. Αν και έως σήμερα ο δίποδος άνθρωπος είναι άθλιος δρομέας ταχύτητας μπροστά στα τετράποδα, είναι ασύγκριτα καλύτερος στις διαδρομές μεγάλων αποστάσεων. Κανένα άλλο πρωτεύον θηλαστικό δεν πλησιάζει την ικανότητά του αυτή, που θεωρείται ότι προέκυψε εξελικτικά πριν από 2 εκατομμύρια χρόνια, επειδή έδινε πλεονέκτημα στο κυνήγι θηραμάτων μέχρι να κουραστούν και να επιβραδύνουν ή να καταρρεύσουν από την κούραση.
Με υψηλότερα επίπεδα δραστηριότητας στο τρέξιμο σε σχέση με τους προγόνους τους, οι ανθρωπίδες χρειάζονταν έναν τρόπο για να αποφεύγουν την υπερθέρμανση του σώματος. Η εξελικτική απώλεια του τριχώματος σε μεγάλο βαθμό και η εμφάνιση των ιδρωτοποιών αδένων επέτρεψε στους προγόνους μας να παραμένουν δροσεροί ενόσω έτρεχαν κυνηγώντας. Με αυτό το σύστημα ψύξης που εμφανίστηκε στον Homo ergaster (άνθρωπος ο εργατικός) πριν από 1,6 εκατομμύρια χρόνια, ο άνθρωπος μπορεί να νικήσει ένα άλογο στο μαραθώνιο.

Εξαιρετικός ρίπτης

Οι ανθρωπίδες κυνηγοί εκτός από την αντοχή στο τρέξιμο έπρεπε και να μπορούν να δώσουν το θανάσιμο χτύπημα, κατά προτίμηση με ένα βαρύ ή κοφτερό αντικείμενο που πέταγαν από ασφαλή απόσταση. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει μοναδική ικανότητα να ρίχνει αντικείμενα με ταχύτητα και ακρίβεια. Αντίθετα, οι χιμπατζήδες έχουν την ικανότητα αυτή ελάχιστα αναπτυγμένη. Αποδείχτηκε ότι το κλειδί για την ικανότητά μας να πετάμε αντικείμενα βρίσκεται στην ελαστική ενέργεια του μυικού συστήματος των ώμων και όχι μόνο. Σε αντίθεση με τους χιμπατζήδες, η ευλύγιστη μέση, το πιο ίσιο βραχιόνιο οστό, η άρθρωση του ώμου που βλέπει προς τα έξω αντί προς τα πάνω, όπως συμβαίνει στους πιθήκους, δίνουν στον άνθρωπο τη δεινή ικανότητα στις ρίψεις. Αυτά τα ανατομικά στοιχεία δεν εμφανίστηκαν μονομιάς. Οπως δείχνουν τα απολιθώματα, η πιο μακριά μέση και το ευθύτερο βραχιόνιο οστό εμφανίστηκαν ήδη από την εποχή των αυστραλοπιθήκων, ενώ η άρθρωση του ώμου προς το πλάι στον Homo erectus (άνθρωπος ο όρθιος) πριν από 2 εκατομμύρια χρόνια.
Συχνά η βιολογική εξέλιξη οδηγεί στην εμφάνιση ενός νέου χαρακτηριστικού που μετά βρίσκει και άλλες «χρήσεις» σε νέες περιβαλλοντικές συνθήκες. Η λεπτή και μακριά μέση προέκυψε εν μέρει λόγω του όρθιου βαδίσματος, μαζί με άλλα επιβοηθητικά ανατομικά χαρακτηριστικά. Αλλά στην πορεία, με την προσθήκη και άλλων συμπληρωματικών χαρακτηριστικών, βρήκε νέο ρόλο, βοηθώντας τους προγόνους μας να αυξήσουν τη ροπή κατά τη ρίψη ενός αντικειμένου προς το στόχο.
Η περιβαλλοντική πίεση για την εμφάνιση της ικανότητας αποτελεσματικής ρίψης εκτιμάται ότι διαμόρφωσε τη νέα διάταξη της άρθρωσης των ώμων πριν από 2 εκατομμύρια χρόνια. Η εκτίμηση βασίζεται στο συνδυασμό των περιβαλλοντικών αλλαγών της εποχής με το γεγονός ότι αυτές οι αλλαγές έκαναν αναγκαστικά τους προγόνους μας χειρότερους σε μια άλλη σημαντική δραστηριότητα: στο σκαρφάλωμα στα δέντρα, που επί εκατομμύρια χρόνια τους είχαν δώσει τροφή και καταφύγιο από τους μεγάλους θηρευτές που κυνηγούν στο έδαφος. Η καλύτερη ικανότητα στις ρίψεις πρέπει να έδωσε στους Homo πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση σε ζωικές τροφές πλούσιες σε θερμίδες και θρεπτικές ουσίες και ταυτόχρονα την ικανότητα να απωθούν τα θηρία που προσπαθούσαν να τους κατασπαράξουν ή να τους κλέψουν τα θηράματα που σκότωναν.

                                
Επιμέλεια:
                     Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗΣ
Πηγή: «Scientific American» ( Ριζοσπάστης 6-7-2014 )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου